Sing Street (2016): Απλό, γλυκό, υπέροχο – Κριτική Ταινίας

Οι ταινίες είναι μέσα στις τρεις αγαπημένες μου δραστηριότητες. Ίσως είναι η κορυφαία, αλλά δεν θέλω να αδικήσω το φαγητό και τον ύπνο. Ενίοτε, πέφτει στην κατάταξη, διότι τη σήμερον ημέρα (μιλάω σαν τον παππού μου) βομβαρδίζομαι κυρίως από κακές ή μέτριες ταινίες. Μια στο τόσο, έρχεται ένα  διαμαντάκι και μου φτιάχνει τη διάθεση. Ο μακροσκελής, αδιάφορος και εγωιστικός μου πρόλογος οδηγεί σε μία μικρή, ενδιαφέρουσα και γλυκιά ταινία εν ονόματι «Sing Street».

Η τρίτη κατά σειρά δημιουργία του ιρλανδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου,  John Carney,  γι’ ακόμη μια φορά ασχολείται με μουσική. Δείτε το low-budget «Once» κι έπειτα το χολιγουντιανό «Begin Again», αλλά πριν απ’ όλα απολαύστε το «Sing Street», που έρχεται στις ελληνικές αίθουσες 1η Σεπτεμβρίου.

Η ιστορία είναι απλή. Ένας έφηβος στο Δουβλίνο του ’80 δημιουργεί μια μπάντα για να εντυπωσιάσει μία κοπέλα που του αρέσει ξεφεύγοντας έτσι από το κοινωνικό του περιβάλλον. Παρά την απλότητα της, η ταινία προσεγγίζει τη μουσική από μία ανεξερεύνητη οπτική. Τοποθετώντας παιδιά στο κέντρο της , αποφεύγει τα κλισέ του sex, drugs and rock n’ roll κι εστιάζει στη φιλία, την οικογένεια και τον πλατωνικό, νεανικό έρωτα. Όλα αυτά, φυσικά, υπό την αιγίδα της αγάπης προς τη μουσική που χαρακτηρίζει κάθε έργο του Carney.  Το θέμα είναι ξεκάθαρο. Η μουσική ως μέσο αποφυγής της πραγματικότητας.

MV5BOTBjYTc2ZTMtNjgzOS00YTllLTllN2YtYTA4YjFkYmEwM2Y4XkEyXkFqcGdeQXVyMzIxODg3MzY@._V1_

Η μαεστρία του Carney εμφανίζεται κυρίως στο σενάριό του, καθώς σκηνοθετικά επιλέγει να παραμείνει αόρατος αφήνοντας την ιστορία του να εκτυλιχτεί όσο πιο φυσικά γίνεται. Οι διάλογοι είναι εξαίσιοι συνδυάζοντας χιούμορ, δράμα και ρεαλιστικές, ανθρώπινες ανησυχίες. Πρέπει να τονίσω πόσο αστείο μου φάνηκε το «Sing Street». Η κωμωδία δεν είναι πομπώδης, αλλά πηγαία και δεμένη με τους χαρακτήρες, οι οποίοι εισάγονται ταχύτατα και με θεσπέσιο τρόπο. Κεντρικός ήρωας δεν είναι μία μπάντα, αλλά ο μικρός Conor, o οποίος υπό την καθοδήγηση του μεγάλου του αδερφού, εξελίσσεται από ένα αδιάφορο παιδάκι σε κουλ front man, που κυνηγά το όνειρο.

Υποκριτικά, καιρό είχα να δω τόσο καλή δουλειά από το σύνολο ενός cast. Όλα τα παιδάκια παίζουν τρομερά ανεξάρτητα με το μέγεθος ή τη σημασία των ρόλων τους ανεβάζοντας επίπεδο την ταινία. Ο πρωταγωνιστής, Ferdia Walsh-Peelo κάνει το υποκριτικό του ντεμπούτο κι ελπίζω να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο. Η Kelly Thorton παίζει την κοπέλα-μούσα του Conor κι ευτυχώς είναι ένα χρόνο μεγαλύτερή μου, γιατί αγχώθηκα λίγο. Η αποκάλυψη του «Sing Street» κατά την ταπεινή, γαμάτη μου γνώμη είναι ο Jack Reynor, ο οποίος ενσαρκώνει το ρόλο του μεγάλου αδερφού. Πρώτον, η φάτσα του είναι το νόθο παιδί των Chris Pratt και Seth Rogen. Κάντε τον σταρ τώρα. Δεύτερον, ο ρόλος του είναι εκπληκτικός. Ο Carney αφιερώνει την ταινία σε όλους τους αδερφούς παντού, άρα ο συγκεκριμένος ρόλος είναι σημαντικός. O Reynor είναι ο μεγάλος αδερφός που δεν θα γίνω ποτέ. Συγκριτικά με εμένα, βέβαια, μέχρι και ένας λύκος θα ήταν καλύτερος αδερφός. Ο εν λόγω ηθοποιός εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ευκαιρία και κλέβει την παράσταση. Για την ακρίβεια, την κλέβει, την πουλάει, την ξαναγοράζει και την κρεμάει στον τοίχο του ως βραβείο.

MV5BMjMwODAxNDk0M15BMl5BanBnXkFtZTgwOTM2MjU1ODE@._V1_SY1000_CR0,0,1364,1000_AL_

Προφανώς, όντας μια ταινία περί μουσικής, οι επιλογές κομματιών προσδίδουν τρομερά στο τελικό αποτέλεσμα. Τα τραγούδια πηγάζουν με φυσικό τρόπο από τις σκηνές. Άλλωστε, ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ιστορίας είναι ότι η μουσική ενώνει και ταξιδεύει τους χαρακτήρες. Ο ανταγωνιστής του Conor και της μπάντας δεν είναι ένας bully στο σχολείο, αλλά η κοινωνία, το σχολείο, οι γονείς και η πόλη τους. Τα όνειρα είναι η διέξοδος από έναν κόσμο που δεν τους αγγίζει. Οκ, το παράκανα. Είναι πολύ πιο light από αυτό.

Εξαίρω υπερβολικά την ταινία, διότι με εξέπληξε. Το στερεότυπο των fighting Irish μετατράπηκε σε singing Irish δίνοντας μας μια γλυκιά, αστεία και ιδιαίτερη ταινία. Μια απλή ιδέα που για κάποιο λόγο δεν έχω ξαναδεί. Επίκεντρό της όχι η πορεία προς την επιτυχία, αλλά η τέχνη και οι διέξοδοι που προσφέρει. Δε μας νοιάζει πόσο όμορφο είναι το ταξίδι τους. Μια τόσο απλή αλλαγή οπτικής δημιουργεί ένα φρέσκο και μοναδικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, έχουμε μία ερωτική, πλατωνική σχέση δύο παιδιών. Η κοπέλα είναι η μούσα του Conor και η φυσική εκπροσώπηση της μουσικής του. Το ταξίδι του ξεκινάει και τελειώνει μαζί της.

Το συναίσθημα που αφήνει το «Sing Street» είναι, όπως το θέτουν οι χαρακτήρες στην ταινία, «happy-sad» ή αλλιώς «πώς να είσαι χαρούμενος με τη λύπη σου». Αυτό έκανα κι εγώ. Λυπήθηκα,  διότι όσο τρέφουμε τον κάθε Snyder, τόσο θα χάνουμε ένα «The Nice Guys» ή ένα «Sing Street» και ταυτόχρονα χάρηκα απίστευτα που υπάρχουν ακόμη αυτού του είδους οι δημιουργοί. Επίσης, η λύπη μου αυξήθηκε αισθητά όταν συνειδητοποίησα ότι βλέποντας την ταινία, ξέχασα να κοιμηθώ και να φάω. Ένα είναι σίγουρο. Θα ξαναδώ το «Sing Street» στον κινηματογράφο, γιατί μπορεί οι ταινίες να είναι η τρίτη αγαπημένη μου ασχολία, αλλά είναι μακράν η πιο απολαυστική.

ΤΕΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ:

SING STREET

Advertisements