Vintage: Αποστολή στην Μπριζ (2008) / In Bruges

Μια σκληρή και ξεκαρδιστική μαύρη κωμωδία με εξαιρετικό γράψιμο από τον δημιουργό της και φοβερές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές της.

Το καλοκαίρι είναι μια περίοδος που οι άνθρωποι πάνε διακοπές και στις διακοπές οι άνθρωποι φανερώνουν τι άνθρωποι είναι: εξερευνητές ή γκρινιάρηδες. Υπάρχει πάντα μια παρέα που χωρίζεται σε δύο γκρουπ ή ένα ζευγάρι που μαλώνει για ακριβώς αυτόν τον λόγο: ένας θέλει να δει τα αξιοθέατα και να ανακαλύψει τους κρυμμένους παράδεισους στην Φολέγανδρο κι ο άλλος που διαμαρτύρεται γιατί δεν υπάρχει παράδεισος – και σίγουρα όχι στην Φολέγανδρο. Ο ένας θέλει θέα, ο άλλος θέλει μπύρα. Δύο τέτοιοι τύποι είναι και οι πρωταγωνιστές του ‘In Bruges’. Όμως δεν βρίσκονται σε έναν τυπικό προορισμό: βρίσκονται -μαντέψτε- στην Μπριζ, μια γραφική πόλη του Βελγίου. Δεν είναι δύο τυπικοί τουρίστες, είναι δύο εκτελεστές που κρύβονται εκεί επειδή η τελευταία τους αποστολή πήγε πολύ άσχημα. Και δεν πρόκειται για μια τυπική μαφιόζικη ταινία γιατί είναι μια ταινία του Martin McDonagh.

Τώρα πρέπει να μιλήσω για αυτόν και νιώθω σαν να έχω κάτι πολύ καλό να αποκαλύψω σε κάποιον τελείως ανυποψίαστο, όπως το “είναι όλα κερασμένα” ή το “σε γουστάρει κι αυτή” ή το “είναι κοριτσάκι”. Ο Martin McDonagh είναι ένας Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας που τον έχουν αποκαλέσει “τον πρώτο σπουδαίο δραματουργό του 21ου αιώνα” και έχει καταφέρει τέσσερα έργα του να παίζονται ταυτόχρονα στο Λονδίνο. Ξέρετε ποιος άλλος το έχει καταφέρει αυτό; Ο William Shakespeare. Μόνο. Ανήκει δηλαδή σε ένα κλαμπ με δύο μέλη και το άλλο μέλος είναι ο σημαντικότερος λόγος που υπάρχει η θεατρική τέχνη. Και είχε το θράσος να δηλώσει πως “δεν του αρέσει το θέατρο”. Μόνο ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος θα έλεγε κάτι τέτοιο — κάτι ανάλογο του να λέει “δεν μου αρέσει η ζωγραφική” ο Πικάσο, “δεν μου αρέσει η Φυσική” ο Χώκινγκ ή “δεν μου αρέσει να πουλάω χαλιά” η Μοιραράκη. Επειδή μεγάλωσε με ταινίες του Σκορτσέζε και του Terrence Malick, ήθελε να φτιάξει τις δικιές του και η πρώτη του απόπειρα, το μικρού μήκους ‘Six Shooter’ κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους. Οπότε, ναι, είναι καλός.

Film Title: In Bruges

Η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους είναι το ‘Αποστολή στο Μπριζ’ κι η πλοκή της εξυφαίνεται με γνώριμες κλωστές: η μαφία αναθέτει σε δύο τύπους να βγάλουν κάποιον από την μέση, η δουλειά πάει στραβά κι αυτοί πρέπει να καλύψουν τα ίχνη τους γιατί όλοι τους ψάχνουν.O βετεράνος Ken κι ο νέοπας Ray πρέπει να περιμένουν στην Μπριζ για να πάρουν εντολές για τις επόμενες κινήσεις τους. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι έχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την φλαμανδική πόλη που διαθέτει πολλά αξιοθέατα και μουσεία αλλά ελάχιστα μέρη για να περάσεις καλά. Ανάμεσα στις διαφωνίες τους γίνονται συζητήσεις για τον Παράδεισο και την Κόλαση, τις αμαρτίες και την μετάνοια, την πίστη και Θεία Δίκη όσο περνάνε από μπροστά τους μια ντόπια βοηθός παραγωγής που γυαλίζει στον Ray, ένας ρατσιστής Αμερικάνος νάνος και ο πολύ θυμωμένος αρχιμαφιόζος Harry που έρχεται για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη.

Ο McDonagh γράφει με ακρίβεια νευροχειρούργου και δεν σπαταλάει δευτερόλεπτο ή λέξη: κάθε χαρακτήρας, σημαντικός ή ασήμαντος, έχει τον ρόλο του και παίζει ρόλο στην εξέλιξη μιας μεγάλης ή μικρής πλοκής. Οι διάλογοι είναι πανέξυπνοι και ξεκαρδιστικοί με ρυθμό που χρειάζονται επαναλήψεις για να μην χάσεις μια ατάκα που θα σε διπλώσει από τα γέλια, όπως όταν κοιτάνε την κορυφή ενός κάστρου που ο παλιός θέλει να δει αλλά ο νέος όχι:

-You coming up?

-What’s up there?

-The view?

-The view of what? The view of down here? I can see that from down here.

και αυτό το απόσταγμα σοφίας για την θρησκεία και το ποδόσφαιρο:

Purgatory’s kind of like the in-betweeny one. You weren’t really shit, but you weren’t all that great either. Like Tottenham.

Λατρεύω αυτήν την ατάκα αν και υποστηρίζω την Τότεναμ (true story — COYS). Οι κοφτεροί διάλογοι και το ιδιοφυές μαύρο χιούμορ που διέπει όλη την ταινία με κέρδισαν από το πρώτο λεπτό και όταν η κλιμάκωση φτάνει στο ζενίθ με πιστολίδια και θανάτους παντού είχα σηκωθεί από τον καναπέ και χειροκροτούσα όρθιος. Οι κύριοι χαρακτήρες είναι τόσο καλά μελετημένοι και αναπτυγμένοι που θα μπορούσες να δώσεις τον ρόλο ακόμα και στον Παπακαλιάτη χωρίς να τα κάνει μαντάρα.

ib2

Οι ρόλοι όμως είναι δοσμένοι στον Colin Farrell που δίνει μια από τις πιο δυνατές και ειλικρινείς ερμηνείες του σαν Ιρλανδός εκτελεστής που δεν αντέχει να βρίσκεται στην Μπριζ και γενικά δεν αντέχει να βρίσκεται οπουδήποτε, στον στωικό και αισιόδοξο Brendan Glesson και στον Ralph Fiennes που δίνει κι αυτός μια εξαιρετική ερμηνεία σαν το οξύθυμο αφεντικό που ζει με έναν πολύ δεσμευτικό ηθικό κώδικα. Αυτό το εξαίσιο υποκριτικό αποτέλεσμα ίσως να οφείλεται και στο ότι McDonagh, Farrell και Gleeson ήταν κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο τρεις εβδομάδες κι έκαναν πρόβα. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί με δευτερεύοντες ρόλους έχουν συνεργαστεί με τον McDonagh σε άλλες ταινίες ή θεατρικά και όλοι τους κάνουν εξαιρετική δουλειά με ελάχιστες ατάκες στην διάθεση τους. Η σκηνοθεσία του είναι λειτουργική αλλά συνάμα άρρηκτα συνδεδεμένη με το σενάριο του – και για αυτό ο χαρακτηρισμός “λειτουργική” αποτελεί στην συγκεκριμένη περίπτωση κομπλιμέντο. Η φωτογραφία αποτυπώνει ιδανικά την πόλη σαν ένα τοπίο ανάμεσα σε πραγματικότητα και παραμύθι. Εδώ ένας κανονικός κριτικός θα έγραφε ότι η Μπριζ είναι ο τέταρτος κύριος χαρακτήρας της ταινίας. Αυτό το κλισέ με νευριάζει γιατί δεν έχει λογική: και το χωριό των παππούδων μου είναι γραφικό αλλά όταν δεν βρίσκαμε άτομο για να παίξει τέρμα δεν λέγαμε “τέρμα θα παίξει το χωριό”. Θα παραδεχτώ μόνο ότι η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε να γυριστεί αποκλειστικά στην Μπριζ – κι έτσι είναι, γιατί ο McDonagh εμπνεύστηκε το σενάριο μετά από μια δικιά του επίσκεψη εκεί. Έτσι μας στέρησε την ευκαιρία να δούμε την ίδια ταινία να γυρίζεται στην δεύτερη πιο γραφική πόλη της Ευρώπης με τίτλο “Αποστολή στην Καρδίτσα”.

Θεματικά η ταινία κυμαίνεται στα γνωστά μονοπάτια του Ιρλανδού θαυματοποιού: βίαοι άνθρωποι με αγνές προθέσεις, καταστροφικές συμπτώσεις με ανυπολόγιστες συνέπειες, αναζήτηση ενός ανώτερου νοήματος από τις κατώτερες μορφές ανθρώπου. Η ταινία αγγίζει φιλοσοφικά ζητήματα όπως το αν υπάρχει Κόλαση, ποιος την αξίζει και αν η μετάνοια είναι αρκετή για μια δεύτερη ευκαιρία αλλά αυτά τα ζητήματα προκύπτουν οργανικά από την ιστορία και την εξέλιξη της κι όχι βεβιασμένα. Παίζει με τις συμβάσεις μιας ταινίας καταδίωξης και γίνεται αυτοαναφορικός στα κατάλληλα σημεία όμως κρατάει ακέραιο τον χαρακτήρα μιας ταινίας για καθίκια με περίστροφα. Φέρει ομοιότητες με άλλα κλασικά crime comedy φιλμ γυρισμένα από Βρετανούς όπως τις ‘Δύο Καπνισμένες Κάννες’ του Guy Ritchie και το ‘Hot Fuzz’ του Edgar Wright (αρνούμαι να γράψω την ελληνική μετάφραση “Καυτοί και Άσφαιροι”). Τις ξεπερνάει γιατί είναι πιο αστεία, πιο σύνθετη και γενικά πιο καλογραμμένη.

Καλογραμμένη και καλοπαιγμένη. Δεν μπορείς να ζητήσεις πολλά περισσότερα από μια ταινία που μπλέκει με υπέροχο τρόπο μαφιόζους, γυναίκες και όπλα. Σε κάνει να γελάσεις μέχρι δακρύων και να κρατάς την ανάσα σου από την αγωνία. Η ανατροπή στην ανατροπή σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό και δείχνει ότι ο δημιουργός της είναι μάστορας στο να αφηγείται ιστορίες. Την ταινία δεν θα την πρότεινα μόνο σε όσους δεν τους αρέσει να βλέπουν ταινίες, να περνάνε καλά ή να αναπνέουν. Όλοι οι υπόλοιποι θα μάθετε ότι αν δείτε κάπου το όνομα ΜακΝτόνα, πρέπει να πάτε. Και όταν βγείτε έξω, θα λέτε σίγουρα “I’m lovin’ it”.

IBad

 

Advertisements