O Αστακός (The Lobster) – Κριτική Ταινίας

Τι είναι αυτό που το λένε Αγάπη, στον Αστακό;

Ο Lobster, είναι η κινηματογραφική ταινία μεγάλου μήκους του Γιώργου Λάνθιμου και σίγουρα δεν είναι καθόλου σαν εκείνες τις ταινίες που αναδεικνύονται μόνο για την επιλογή των κατάλληλων πλάνων και της σκηνοθεσίας, σε ένα περιβάλλον μάλλον δυστοπικό και καθόλου ελπιδοφόρο για διαφυγή. Εδώ κύρια σημασία έχει το σενάριο. Εκείνο έρχεται πρώτο και με βάση αυτό θα πρέπει να δομηθεί όλη η υπόλοιπη ταινία, όπως και έγινε. Πολύ γενναιόδωρο για έναν σκηνοθέτη να κατευθύνεται κατά κύριο λόγο από το έργο και το σεναριογράφο, αλλά στην περίπτωση μας ο σεναριογράφος δεν είναι άλλος από τον φίλο του Λάνθιμου , Ευθύμη Φιλίππου. Και ποιος δεν θα ήθελε σε μία κινηματογραφική δουλειά να έχει για παρέα αυτό το δίδυμο που για το Λόμπστερ , συνεργάστηκαν και έφτιαξαν μία ολόκληρη καινούργια κοινωνία που με τρομοκρατούσε ακόμα και για την 5η φορά που την έβλεπα και δεν έπαυε να μου θυμίζει Ιαπωνικό  κινηματογραφικό θρίλερ,  όπου οι πρωταγωνιστές εκεί υποφέρουν αλλά τους αρέσει. (!)

Πάντοτε πίστευα πως η δύναμη της γραφής έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο από 100 διπλοδουλευμένα πλάνα, αλλά το σενάριο εδώ είναι κάτι παραπάνω από σατυρική μαύρη κωμωδία, είναι συνδυασμός Αγγλοσαξονικού χιούμορ με πηγαίο  εγκεφαλικό συναισθηματισμό οκτάχρονου αγοριού. Αλλά ας κάνω μία μίνι περιγραφή για να μην ξεφύγω από το θέμα: σε ένα μακρινό και καθόλου αισιόδοξο μέλλον υπάρχει η Πόλη που θα πρέπει πάντοτε να απαρτίζεται από ζευγάρια ετερόφυλα ή όχι, όσοι δεν είναι πλέον μαζί και ζουν μόνοι τους θα πρέπει άμεσα να μεταφέρονται στο Ξενοδοχείο όπου  μέσα σε 45 ημέρες χρειάζεται  να βρουν τον ιδανικό παρτενέρ τους και να το αποδείξουν αυτό παράλληλα στους «υπεύθυνους» εκεί, οι μέρες τους θα αυξάνονται αυστηρά και μόνο αν πιάσουν κατά την διάρκεια του κυνηγιού στο Δάσος δίπλα από το Ξενοδοχείο, τους Μοναχικούς όπου ζουν ενάντια στον δυαδικό κανόνα της κοινωνίας ενώ σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οι θαμώνες μας, μόλις τελειώσουν οι ημέρες τους θα πηγαίνουν στο Δωμάτιο Μεταμόρφωσης και θα μετατρέπονται σε ζώο της δικής τους επιλογής. Πως μπορεί λοιπόν να αποτυπωθεί ένας τέτοιος κόσμος, για το σινεμά δίπλα στο σπίτι σας; Και τώρα  αρχίζει το καλό. Ο Λάνθιμος εγκαινίασε για πολλούς το νέο κύμα Περίεργου Κινηματογράφου για τα ελληνικά δεδομένα της δεκαετίας των 00’ όπου η αδερφή μου  και εγώ τότε ακόμα  παλεύαμε ανάμεσα στο δίλημμα Βανδή ή Βίσση και το σινεφίλ κοινό λάτρευε το «Πέντε λεπτά ακόμα». Πλάνα βουβά, λιγοστό χρώμα, διάλογοι όχι γραμμικοί, απότομες αλλαγές, εικόνες βαθιά τοποθετημένες που αυτοεξυπηρετούν το νόημα της ίδια σκηνής και ηθοποιοί με υπέροχη σωματικότητα, σχεδόν θεατρικοί. Κάπως έτσι λοιπόν και με την εμπειρία αυτή επέλεξε ένα διεθνές κάστ, πολύγλωσσο, μια σύγχρονη Βαβέλ ηθοποιών με τον Κόλιν Φάρελ στον κύριο ρόλο, την Ρέιτσελ Βάϊς, την Léa Seydoux, την μούσα του Αγγελική Παπούλια και την Ariane Lebed για τον Αστακό.

lobster-20159688

Το Λόμπστερ για μένα προσωπικά είναι η πιο ώριμη δουλειά του και η λιγότερο αφαιρετική. Έχει δομή, μας περιγράφει σωστά το σενάριο τιμώντας την προσπάθεια τους, έχει την μουσική σαν το δεξί του χέρι που ισορροπεί σωστά την πλοκή και μας περιγράφει το συναίσθημα που δυστυχώς δεν μπορούμε, μας απαγορεύεται σχεδόν να δούμε από τους ηθοποιούς του και έχει σαν μέγιστο πλεονέκτημα την Ιρλανδία με τα υπέροχα βιομηχανικά της σημεία. Ρεαλιστικότατη κινηματογραφική περιγραφή για μία τέτοια ταινία φαντασίας, με κοντινά πλάνα όταν ο τόπος αφορούσε την Πόλη και αντίθετα πλάνα σχεδόν ταξιδιωτικού προμόσιον όταν βλέπαμε το Δάσος. Και επειδή ο Λάνθιμος έχει επηρεαστεί από την ασυνείδητη μερικές φορές διαδικασία που αφορά την δημιουργία παραστάσεων στην Ελλάδα, οι ηθοποιοί παίζουν απολύτως θεατρικά. Και θα επιμείνω σε αυτό μέχρι θανάτου. Ο λόγος τους είναι δουλεμένος σπιθαμή προς σπιθαμή με την ίδια τονικότητα από όλους, έχουν όλοι τον ίδιο ρυθμό σωματικά με κινήσεις που στα δικά μου μάτια φτάνουν ως χορογραφημένες και φυσικά με έναν Κόλιν Φάρελ που χρειάστηκε ένας ‘Ελληνας μακριά από τα φώτα του Χόλιγουντ, για να του δείξει πώς να παίζει πραγματικά, ερχόμενος σε επαφή με την εσωτερική του ποιότητα. Το χιούμορ έρχεται να ελαφρύνει σε απρόσμενες στιγμές, σε καμία όμως περίπτωση με την έννοια του ανάλαφρου αλλά με την έννοια της εξυπνάδας που ο τρόπος αφήγησης του ρόλου κάθε ηθοποιού βοηθά πολύ την διαδικασία της σάτιρας των ανθρώπινων σχέσεων της νέας τάξης πραγμάτων.

Για δύο πράγματα λυπήθηκα και θα λυπάμαι στον Αστακό. Το πρώτο είναι πως αποτέλεσε κατά τον 1/5 Ελληνική Παραγωγή που σε ρεαλιστικά πλαίσια δεν θα μπορούσε το είδος της ταινίας αυτής να διαχειρίζεται από επίφοβα για χρηματοδότηση ελληνικά «χέρια » και εδώ δυστυχώς δικαιώνεται η φίλη Μυρτώ που σε κάθε συζήτησή μας επέμενε πως δεν μπορεί να εκπροσωπήσει γενικά την Ελλάδα η νέα ταινία του Λάνθιμου, γιατί ή ίδια δεν είναι ελληνική αλλά τυχαίνει ο σκηνοθέτης να είναι, πράγμα ορθό αλλά πολύ λυπηρό. Και δεύτερον πως όσοι Ευρωπαίοι και μη την παρακολούθησαν, αν  δεν ξέρουν καλά ελληνικά δεν θα μάθουν ποτέ πώς ο Λάνθιμος μέσα σε μία τόσο αποξενωμένη κοινωνία σεναριακά, χωρίς αγάπη για κανέναν εκεί όπου όλοι πρέπει να μάχονται για να κερδίσουν την φροντίδα μέχρι  θανάτου κατάφερε να δείξει πως «αγαπάμε εμείς σαν λαός» μέσα σε μία Ευρώπη που όλο και αποξενώνεται από τον ίδιο της τον εαυτό και αποκόβει κάθε ίχνος φροντίδας προς τον συνάνθρωπο, με την βοήθεια  του τραγουδιού της Δανάης ( Από μέσα πεθαμένος) , της Ιταλίδας Σοφίας Λόρεν και του Τόνυ Μαρούδα.( Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;)

Η όλη ταινία είναι μία αλληγορία στα σίγουρα, το θέμα είναι τι θα κάνουμε με αυτές γιατί όσο αυξάνονται όλο και κάτι δεν πηγαίνει καλά στο σύστημα. Εγώ θα σας έλεγα για τώρα να διδαχτούμε από την Ρέιτσελ Βάϊς στην τελευταία σκηνή και από την υπομονή της πως η αγάπη μπορεί να είναι και δίκοπο μαχαίρι. Ή και όχι;

 

ΤΕΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ:

mustwatch

Advertisements