Suntan

« Πως μπορούν άραγε να συναντηθούν τα μίση , η άπληστη νεότητα και η παράνοια σε ένα νησί του Αιγαίου όπου η αγάπη για το καλοκαίρι ξεπλένεται τόσο γρήγορα , όπως χάνεται το αντηλιακό από το πρόσωπο όταν το βουτάς στην αλμυρή θάλασσα;»

sj_product_image_65_6_1564_7800

Μη φοβάστε! Δεν πρόκειται για κάποιου είδους μακρινή φιλοσοφία που θα πρέπει να απαντηθεί παρά την ρητορική της υπόσταση. Πρόκειται για την καινούργια ταινία του Αργύρη Παπαδημητρίου (Wasted Youth, Bang Bang) με πρωταγωνιστή τον πολυπράγμων και υποστηρικτή στην βασική του αξία, την υποκριτική, τον Μάκη Παπαδημητρίου.

O Κώστας ένας σαραντάχρονος γιατρός, καταφτάνει κάποια Χριστούγεννα στην Αντίπαρο για να αναλάβει την τοπική κλινική του νησιού μαζί με τους 800 κατοίκους του. Μοναχικός, εσωστρεφής, ταπεινός εξετάζει ασθενείς, θα διαγνώσει θανάτους, αλλάζει χρόνια στο Αιγαίο Πέλαγος και περιμένει υπομονετικά το καλοκαίρι όπως και η υπόλοιπη κοινωνία του νησιού καθώς για εκείνους αποτελεί οικονομικός πόλος ανάπτυξης συνδυασμένος με ωμή απεικόνιση γυναικείων μπικινιών να κυκλοφορούν ανάμεσα τους. [Βασικός χαρακτήρας ο οποίος σεναριακά συμβολίζει το ό,τι αντίθετο θα έπραττε ποτέ ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, είναι ο Γιάννης Τορτσέκης ο οποίος σπάει τον κανόνα του « κακού παιδιού» μετά τον Μιχάλη Ιατρόπουλο, εγκαθιδρύοντας καινούργιο επίπεδο αθλιότητας στην μεσήλικη κραιπάλη].

Ο Κώστας επτά μήνες μετά, στον πολυσύχναστο για το νησί Αύγουστο, θα γνωρίσει την αιθέρια ύπαρξη της προσωποποίησης του καλοκαιριού,  Άννα, ετών 21 (Έλλη Τρίγγου), μαζί με την διεθνή της παρέα στο ιατρείο του. Η Άννα νιώθοντας πλήρης αδιαφορία για το μικρό ατύχημα της με την μηχανή (ο λόγος που την οδήγησε στην κλινική εκείνο το μεσημέρι) και γελώντας υπεροπτικά για όλους και για τα πάντα μαζί με την δεμένη κάστα της, χαμογελά στην κάμερα με το πρόσωπο και το σώμα της, φλερτάρει με όλους,  άντρες – γυναίκες και περιπαίζει τον γιατρό – σωτήρα της όπως αποκαλεί σε ένα ταξίδι φλερτ χωρίς επιστροφή, που ο ίδιος ο μοναχικός χαρακτήρας του Κώστα δεν θα μπορούσε να μην χαρακτηρίσει την κίνηση αυτή κάτι παραπάνω από δεδομένη και να κάνει τα πάντα για βρίσκεται μαζί της και κατ’επέκταση μαζί τους. Με όποιο τίμημα.

90

Σύμφωνα με την οπτική του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, η κάμερα θολώνει το πίσω σκηνικό κάθε φορά που ο σαραντάχρονος Κώστας γίνεται αποδεκτός από την κάστα του καλοκαιριού. Είναι οι στιγμές στις οποίες ο ίδιος ο Κώστας ξαναζεί, δίνοντας στον εαυτό του μία δεύτερη ευκαιρία εφηβείας. Χωρίς υποχρεώσεις, μόνο απαιτήσεις. Ενώ λοιπόν ο σκηνοθέτης κατασκευάζει πλάνα «έντιμα» και αντιπροσωπευτικά του συναισθήματος του πρωταγωνιστή, η αφήγηση της ταινίας μέχρι το τέλος του α’ μέρους είναι γραμμική και αναμενόμενη, δομούμε και εμείς μαζί του έναν κόσμο στον οποίο ο Κώστας διαμορφώνει τις αντιδράσεις των υπολοίπων (συμπρωταγωνιστές του) με βάση πάντα το πώς εκείνος δρα!

Το β’ μέρος της ταινίας καθώς και πιο επικίνδυνο για παρακολούθηση με γυμνό μάτι, αναπτύσσεται ταχέως εκθετικά. Ο εξευτελισμός του Κώστα και η διαστρέβλωση της ίδιας της πραγματικότητας επιδεινώνονται όταν η ίδια η Άννα απουσιάζει. Στην απουσία εκείνη ο πρωταγωνιστής μισεί τα πάντα, τον ίδιο του τον εαυτό και τους άλλους. Σε ένα κόσμο του «Σαν – Ταν» όπου όλα προσαρμόζονται με βάση την απαίτηση του καλοκαιρινού Αυγούστου, το να φθονείς επανειλημμένα μία νεότερη γενιά γεμάτη απληστία μπορεί να σε κάνει ικανό για φόνο;

Δεν θα σας κρύψω πως νευρίασα με τον τρόπο που παρουσίασε ο ίδιος ο Παπαδημητρόπουλος την νεότητα εκείνο το καλοκαίρι του Αυγούστου. Καταλαβαίνω πως είμαι μέρος αυτής και πως η ατομικότητα μου δεν είναι μοναδική σε μία κοινωνία όπου το facebook πρώτα εκείνο θα σε ενημερώνει για το πότε θα πρέπει να πηγαίνεις να ουρείς, αλλά είναι διαφορετικό το να παρουσιάζεις σώματα ενηλίκων, μέσα στην ομορφιά της νεότητα τους, με την κατάρα πως επειδή είναι νέοι θα είναι απαραιτήτως και ηθικά ανήθικοι. Η συσχέτιση ατυχής, διότι πλάνα σε σώματα γυμνά που ξεμπροστιάζονται, κοιμούνται με όλους και καθαρίζονται μόνο με το αλμυρό νερό της θάλασσας δεν υπονοεί απαραιτήτως την ρεαλιστική απεικόνιση του τι πραγματικά συμβαίνει στα νησιά της Χώρας μας, τους καλοκαιρινούς μήνες. Θα ήταν προτιμότερο ο σκηνοθέτης να εστιάσει στον πόνο του ίδιου του Κώστα ο οποίος από την μοναξιά του φθόνου του, οδηγείται σε εν μέρει βιασμό ή φόνο; Και σαν μην έφτανε η υπεροπτική ματιά του Παπαδημητρόπουλου [αποκλειστικά μόνο] στην απεικόνιση των νέων, μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό στο τέλος της ίδια του της ταινίας με το να μην μας επιτρέπει να μάθουμε το δικό του τέλος; Θα υπάρξει συγχώρεση ή καταδίκη, συνέχεια στο μίσος ή φροντίδα;
suntan_still

Ταινία με αρχή, μέση τέλος. Μέσα στο νόημα των έν κινήσει συναισθημάτων, διάλογοι πραγματικοί και χαρακτήρες οι οποίοι προστατεύονται και δεν επιορκούν πάνω στο ιερό της υποκριτικής τους. Ο Μάκης Παπαδημητρίου, ήρωας κλασικού νουάρ, μας δίνει στο πιάτο την εσωτερική του υποκριτική προτού εκείνη καν πιαστεί στα ορθογώνια παραλληλόγραμμα πλάνα του σκηνοθέτη. Πλάνα με χρώμα κίτρινου. Πολλοί λένε πως το κίτρινο αντικατοπτρίζει την ζήλια. Σύμπτωση ή εκούσια εικαστική τοποθέτηση; Όπως και να έχει, η Ελλάδα θέλει και χρειάζεται τέτοιο κινηματογραφικό υλικό, γίνεται αξιοπρεπής, γνωστή και ελπιδοφόρα.

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω πως το φετινό καλοκαίρι, προτού γεμίσετε το πρόσωπό σας με άσπρη αντηλιακή προστασία ρίξτε γύρω σας μία ματιά και αν βρείτε τύπο με φλοράλ καλοκαιρινό μπλουζάκι και 5 άδειες μπύρες δίπλα του, μην φοβηθείτε μπορεί να μοιάζετε σε πολλά περισσότερα από ότι σκέφτεστε. Συναισθανθείτε τον και αφουγκραστείτε! Καλές βουτιές με μουσική υπόκρουση  από την ταινία με « FELIZOL ».

ΤΕΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ:

natodeistocinema

 

Advertisements